Menu Close

Ιερά Μονή Άγιου Νικόλαου Καλτεζών

ΚΗΡΥΞΗ: ΒΔ 30-9-1938, Φ.Ε.Κ. 374/τ.Β΄/14-10-1938

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ – ΘΕΣΗ

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καλτεζῶν ἀπέχει ἀπό τήν Τρίπολη 30 χιλιόμετρα, ἀπό τήν Κάτω Ἀσέα 11 χιλιόμετρα, ἐνῶ βρίσκεται σέ ἀπόσταση 2,5 χιλιομέτρων ἔξω ἀπό τό ὁμώνυμο χωριό Καλτεζές, πού στά σλάβικα σημαίνει «πηγάδια». Τό χωριό εἶναι κτισμένο σέ ὑψόμετρο 680 μέτρων, κοντά στά ἐρείπια μιᾶς ἀρχαίας πολιτείας, τῆς Παλιόχωρας, ὅπως ἄλλωστε μαρτυροῦν τά κατάλοιπα ἀρχαίας ὀχυρώσεως καί ἄφθονα λείψανα μεσαιωνικοῦ ὀργανωμένου βίου γύρω ἀπό τό φρούριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τό Κάστρο τῆς Παλιοχώρας, τά κατάλοιπα οἰκιῶν, ἱερῶν καί διάφορες ἐγκαταστάσεις. Ἀνατολικά τοῦ χωριοῦ ἔχει διατηρηθεῖ τό τοπωνύμιο «τῆς Ἑλένης τό Πηγάδι» καί πιθανολογεῖται ὅτι ἐκεῖ τελοῦνταν τά «Ἐλένεια», ἀγῶνες καλλιστείων.

Ἡ Μονή βρίσκεται κτισμένη στά νότια τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας, σέ μικρό ὀροπέδιο καί σέ θέση μεγάλης στρατιωτικῆς σημασίας. Ἱδρύθηκε περί τά τέλη τοῦ 18ου αἰώνα καί ἀπό τό 1920 λειτουργεῖ ὡς γυναικεία Μονή ὑπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Μαντινείας καί Κυνουρίας. Σήμερα, ἐγκαταβιοῦν στή Μονή τέσσερις μοναχές.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Ἡ ἵδρυση τῆς Μονῆς περιβάλλεται μέ λαϊκές ἀφηγήσεις τῶν περιοίκων, πού τήν ἀνάγουν σέ θαυματουργό ἐκδήλωση τοῦ τιμώμενου ἁγίου Νικολάου γιά τήν ἀποκάλυψη τῆς εἰκόνας του. Οἱ ἀφηγήσεις γιά τήν ἵδρυση τῆς Μονῆς δέν συμπίπτουν ἀπολύτως, οὔτε ὡς πρός τό βασικό τους περιεχόμενο, οὔτε ὡς πρός τή μορφή τῆς διατυπώσεως, γιατί εἶναι λαϊκές, θρησκευτικές καί λόγιες. Ἡ πλέον δημοφιλής ἐκδοχή εἶναι τοῦ Ἠλία Λυρώνη.

Ὁ Λυρώνης καταγόταν ἀπό τίς Καλτεζές, ἀλλά διέμενε καί ἐργαζόταν στή Σμύρνη, ὅπου εἶχε μετοικήσει μαζί μέ τόν ἀδελφό του κατά τά μέσα τοῦ 18ου αἰώνα πρός ἀνεύρεση καλύτερης τύχης. Ἦταν μνηστευμένος, ἀλλά ἀνέβαλλε τήν τέλεση τοῦ γάμου του, γιατί τρεῖς φορές εἶδε στόν ὕπνο του τόν ἅγιο Νικόλαο, πού τοῦ ἔλεγε νά ἐπιστρέψει στήν πατρίδα του, νά μεταβεῖ σέ ἐρημικό Ἐκκλησάκι, νά κάνει ἀνασκαφή σέ ὁρισμένο σημεῖο, πού τοῦ ὑπεδείκνυε, νά βρεῖ τήν εἰκόνα του καί στό σημεῖο αὐτό νά κτίσει τήν Ἐκκλησία του καί νά γίνει μοναχός. Τό Ἐκκλησάκι αὐτό τοῦ θρύλου πιστεύεται ὅτι εἶχε σπουδαία ἀξία, ἀλλά δέν προσδιορίζεται ἡ θέση του καί δέν ἀποκλείεται νά πρόκειται γιά τόν Ἅγιο Χριστοφόρο – Αἰξιοφόρο, ὁ ὁποῖος ὀνοματοδοτεῖ ὁλόκληρη τήν περιοχή. Ὁ Λυρώνης ἀκολούθησε τήν ὑπόδειξη τοῦ Ἁγίου, ἐπέστρεψε στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του καί μέ τή βοήθεια τῶν συγχωριανῶν του, τό 1696, βρῆκε μετά ἀπό ἀνασκαφή τήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου καί τήν παρέλαβε μαζί του στή Σμύρνη γιά νά ἱδρύσει Ναό. Ἀλλά ὁ Ἅγιος ἀντέδρασε καί σταμάτησε τόν πλοῦ γιά τήν Σμύρνη. Ἔτσι, ἐπέστρεψε ὁ Λυρώνης στίς Καλτεζές, ἄρχισε ἔρανο καί ἵδρυσε τή Μονή, τῆς ὁποίας ἔγινε ὁ πρῶτος Ἡγούμενος.

Στήν ἀρχή ἔκτισε ἕνα Κελλί γιά νά διαμένει καί ἕνα μικρό Ναΰδιο «γιά νά καίει ἀκοίμητο καντήλι ἐμπρός στήν ἅγια εἰκόνα», στήν «Εὕρεση», ὅπως λέγεται, καί ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Ἀνανίας. Ἔζησε ὁσιακό βίο καί ἐργάστηκε μέ ζῆλο καί αὐτοθυσία, γι’ αὐτό καί ἡ τοπική παράδοση τόν μνημονεύει μέ τό ὄνομα «Ἁγιοπατέρας». Κτήτωρ καί Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ ὁ Λυρώνης γνώρισε καί δεύτερο θαῦμα τοῦ προστάτη του. Παραπονέθηκε στόν Ἅγιο, γιατί ὁ Τοῦρκος ἀγάς ἀτιμώρητος λεηλατοῦσε τή Μονή. Τότε ὁ Ἅγιος τόν καθήλωσε ἐπί τόπου, ἕως ὅτου ὁ Τοῦρκος ἀγάς ἀποζημίωσε τή Μονή, προσφέροντας διάφορα δῶρα καί λάδι γιά τό καντήλι τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἐνῶ πάντα ὅταν τόν ρωτοῦσαν βεβαίωνε τό θαῦμα. Ἔτσι, οἱ Τοῦρκοι ἀπέφευγαν νά πλησιάσουν τό Μοναστήρι.

Σύμφωνα μέ ἄλλη ἐκδοχή, ἡ θεμελίωση τῆς Μονῆς ἀνάγεται στήν συγκεκριμένη ἡμερομηνία: 22 Ἀπριλίου 1719 ἀπό δύο ἐρημίτες, τόν Ἄνθιμο καί τόν Καλλίνικο, οἱ ὁποῖοι ἔκτισαν κοντά στήν καλύβα τους Ναό καί Κελλιά, ἀλλά ἡ προσπάθειά τους αὐτή ἀπαίτησε ὁλόκληρη 40ετία καί τήν συνδρομή τῶν γύρω χριστιανῶν καί ὁρισμένων ὀθωμανῶν.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Ἡ Μονή Καλτεζῶν, βρισκόμενη στό νοτιότερο ἄκρο τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, ἄρχισε νά κτίζεται τό 1719 ἀπό τούς Ἱερομόναχους ἐρημίτες Ἄνθιμο καί Καλλίνικο. Ἡ χρονολογία 1719 βρίσκεται κοντά στό ἔτος ἐπανεγκαταστάσεως τῶν Τούρκων μετά τήν ἐκδίωξη τῶν Ἐνετῶν (Β΄ Ἐνετοκρατία 1687-1715) καί μετά τήν ἀναστάτωση τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς μεταβολῆς. Δέν ἀποκλείεται νά τοποθετηθεῖ στό ἔτος αὐτό ἡ ἵδρυση ἤ πιθανότερα ἡ ἀνακαίνιση παλαιότερης Μονῆς, πού ὑπέστη καταστροφές.

Τό 1720 ἀρχίζει νά κτίζεται ὁ Ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί γύρω του Κελλιά. Μέσα σέ σαράντα χρόνια οἱ μοναχοί ἔγιναν εἴκοσι καί τό Μοναστήρι ἀπέκτησε περιουσία μέ τά ἀφιερώματα τῶν πιστῶν. Βέβαιο εἶναι, ὅπως προκύπτει καί ἀπό μερικές ἐπιγραφές ἐντοιχισμένες στά κτίσματα τῆς Μονῆς Καλτεζῶν, ὅτι τό κτίσιμο πραγματοποιήθηκε μέσα στόν 18ο αἰώνα καί ὁλοκληρώθηκε τό 1795, πιθανόν πάνω σε ἐρείπια ἄλλου ἀρχαιότερου Ναοῦ ἤ Καθολικοῦ Μονῆς.

Ἀπό τό 1795 καί μέχρι τόν ἐρχομό τοῦ Ἰμπραήμ στήν Πελοπόννησο τό Μοναστήρι βρισκόταν σέ πολύ καλή οἰκονομική κατάσταση καί μάλιστα διέθετε καί ὑδραγωγεῖο.

Ἡ Μονή ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πιό φημισμένα Μοναστήρια τῆς Μαντινείας, καθώς ἐκεῖ συντελέστηκε ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα ἱστορικά γεγονότα τοῦ Εἰκοσιένα: ἡ Πρώτη Συνέλευση καί ἡ σύσταση τῆς Πελοποννησιακῆς Γερουσίας, τόν Μάη τοῦ 1821. Μέ πρόεδρο τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, 37 Πρόκριτοι, πληρεξούσιοι – ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν, ὕστερα ἀπό συνεδριάσεις λίγων ἡμερῶν, συγκρότησαν τήν Πελοποννησιακή Γερουσία, ἐκλέγοντας ἕξι Ἐπιτρόπους: τόν Πετρόμπεη, τόν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο, τόν Σ. Χαραλάμπη, τόν Θ. Κανακάρη, τόν Ἀναγνώστη Δεληγιάννη καί τόν Ν. Πονηρόπουλο, μέ γραμματέα τόν Ρήγα Παλαμήδη. Ἡ ἑξαμελής αὐτή Ἐπιτροπή γινόταν ἔτσι ὁ πυρήνας ἑνός πρώτου Κυβερνητικοῦ Ὀργανισμοῦ, ἀναλαμβάνοντας τήν εὐθύνη τῆς πολεμικῆς ὀργάνωσης τῆς χώρας καί τόν ἐφοδιασμό της. Στίς 26 Μάη 1821 ὑπέγραψαν τό πρῶτο πρωτόκολλο, ὁρίζοντας ὡς ἑπόμενη ἕδρα τή Στεμνίτσα. Καί τήν 1η Ἰουνίου ὑπέγραψαν, πάλι στίς Καλτεζές, τήν πρώτη ἐγκύκλιο, πού ἔστειλαν στούς Προεστούς καί σέ ὅλα τά σημαίνοντα πρόσωπα τοῦ Μοριᾶ.

Δυό χρόνια πρίν, τόν Μάη τοῦ 1819, στήν ἴδια τή Μονή Καλτεζῶν εἶχε προηγηθεῖ ἡ πρώτη οὐσιαστικά συνέλευση τῶν Προεστῶν καί τῶν Ὁπλαρχηγῶν, μέ στόχο τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τούς Τούρκους. Ἡ Συνέλευση αὐτή, πού διαλύθηκε χωρίς νά λάβει ἀποφάσεις συνῆλθε σέ ἕνα μικρό μυστικό Κελλί στή ΝΔ πτέρυγα τοῦ Μοναστηριοῦ, μέ διαστάσεις 3.00 x 5.00 μ., τό ὁποῖο ἀργότερα μετετράπη στόν Ἱ. Ναό τοῦ Ἁγίου Κάρπου.

Τό 1825 ἡ Μονή πυρπολεῖται καί πολιορκεῖται ἀπό τόν Ἰμπραήμ. Ὅλα τά βόρεια Κελλιά της κάηκαν, ἐνῶ καταστράφηκαν καί τά ἔγγραφα καί οἱ τίτλοι της. Τά χρόνια πού ἀκολούθησαν ὕστερα ἀπό τήν ἀπελευθέρωση, τήν ὁδήγησαν σέ οἰκονομική κατάπτωση καί ἀφάνεια. Ὡστόσο, ἡ Μονή Καλτεζῶν ὑπῆρξε καταφύγιο τοῦ γύρω πληθυσμοῦ ὅλα τά χρόνια τοῦ Ἀγώνα. Ἡ ὑπόγεια μυστική της διάβαση, πού ἔχει ἔξοδο στή νοτιοδυτική πλευρά τῆς Μονῆς καί διατηρεῖται ἕως καί σήμερα, εἶχε σώσει πολλούς καταδιωγμένους.

Στίς 20 Ἰανουαρίου τοῦ 1838 κηρύσσεται μέ Βασιλικό Διαταγμα «ἱστορικόν μνημεῖον», ἐνῶ στίς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 1846, μέ ἄλλο Βασιλικό Διάταγμα, διαλύεται ἐξαιτίας τῆς ἔλλειψης Μοναχῶν καί ἑνώνεται ὡς Μετόχι μέ τή Μονή Τσιπιανῶν (Γοργοεπηκόου). Τό 1921 ἡ Μονή ἀπαλλάσσεται ἀπό τούς δεσμούς ἐξάρτησής της ἀπό τήν Τσιπιανῶν, ἀναγνωρίζεται ὡς γυναικεία κοινοβιακή καί αὐτοδιοίκητη καί ἀρχίζει ἡ ἀναδιοργάνωσή της.

Τότε γιόρτασε καί ἐπισήμως τήν ἑκατονταετηρίδα ἀπό τό 1821 καί τήν Α΄ Πελοποννησιακή Συνέλευση, ὁπότε καί μετετράπη ὁ χῶρος τῆς Συνελεύσεως σέ Ναό πρός τιμήν τοῦ ἀποστόλου Κάρπου, πού γιορτάζει τήν 26η Μαΐου, ἡμερομηνία κατά τήν ὁποία ἔγινε ἡ ὁρκομωσία τῆς Συνελεύσεως.

Τό 1921, ὁπότε καί ἐπανιδρύθηκε, ἄρχισε καί ἡ ἐκτεταμένη ἀνοικοδόμηση τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἀπό τό 1925 ὡς τό 1932 στή Μονή λειτούργησε Ἐπαγγελματική Σχολή Θηλέων, μέ πρωτοβουλία τῆς τότε Ἡγουμένης Εὐφημίας Βαρουξάκη, τήν ὁποία διαδέχθηκε ἡ Ἀγάπη Ἀναγνωστοπούλου. Ἡ ἀνακαίνιση τῶν παλαιῶν καί ἡ προσθήκη ἄλλων ἀπαραίτητων κτισμάτων συνεχίσθηκαν καί στά ἑπόμενα χρόνια.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

  1. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΤΙΡΙΑΚΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἤ Μονή Καλτεζῶν ἤ καί Καλτεζιᾶς ἀποτελεῖ ἕνα ὡραῖο καί γραφικό κτιριακό συγκρότημα, πού διατηρεῖ σέ καλή κατάσταση τά παλαιά Κελλιά του. Ἡ Μονή ἔχει διατηρήσει μέ ὅλες τίς προσθῆκες καί ἀνακαινίσεις τόν ἀρχικό της φρουριακό χαρακτήρα: καί σήμερα διώροφα Κελλιά περικλείουν σέ τετράγωνο σχῆμα τόν αὔλειο χῶρο της. Ἡ κάθε πλευρά τοῦ συγκροτήματος εἶναι περιπου 50 μέτρα καί στό κέντρο βρίσκεται τό Καθολικό τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Πάνω ἀπό τήν κύρια εἴσοδο τῆς Μονῆς, στήν ἀνατολική πλευρά, ὑπάρχει ἐντοιχισμένη πλάκα μέ τό χάραγμα:

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ/ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΗΣ ΚΑΛΤΕΖΑΣ

ΕΠΟ/ΝΟΜΑΖΟΜΕΜΗ ΩΚΟΔΟΜΙΘΗ ΕΠΙ/ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΣΕΛΙΜ Γ΄

ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ / ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ Κ(ΥΡΙΟ)Υ ΑΝΑΝΙ-

ΟΥ ΜΟΝΑ/ΧΟΥ ΕΚ ΚΩΜΗΣ ΡΟΥΜΑΝΗ ΚΑΙ ΚΑΛΤΕΖΑΣ / ΧΑΡΙΝ

ΨΥΧΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑ/ΠΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΓΕ-

ΝΕΣΤΕΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ/ΕΝ ΕΤΕΙ CΩΤΗΡΙΩ / 1795.

Ἡ ὕπαρξη παλαιότερου χριστιανικοῦ Ναοῦ στή θέση τοῦ Καθολικοῦ ἤ στήν εὐρύτερη περιοχή δέν ἀποκλείεται, καθώς ὑπάρχουν διάσπαρτα ἀρχιτεκτονικά μέλη, ὅπως κορμός κίονα καί τμῆμα ἀπό λιθόγλυφο ἐπιστύλιο Τέμπλου ἐντοιχισμένο σήμερα στό γεῖσο τοῦ Καθολικοῦ, πού πιθανόν νά προέρχεται ἀπό παλιότερο Ναό. Ἀπό τό ὑπόγειο πέρασμα, πού διασώζεται στή ΝΔ γωνία τῶν πτερύγων, μποροῦσαν νά διαφύγουν οἱ ἔγκλειστοι στή Μονή σέ περίπτωση ἀποκλεισμοῦ τους ἀπό τούς Τούρκους.

Ἡ ἐπιλογή τῆς Μονῆς Καλτεζῶν γιά τήν σύγκληση τῆς Παμπελοποννησιακῆς Γερουσίας ἔγινε, γιατί ἀφ’ ἑνός ἦταν σέ μέρος ἀπομακρυσμένο ἀπό τά συνήθη ὁδικά περάσματα, ταυτόχρονα δέ σέ κομβικό σημεῖο, ὅσον ἀφορᾶ στή δυνατότητα γρήγορης προσέλευσης τῶν Ὁπλαρχηγῶν ἀπό Τρίπολη, Καλαμάτα καί Μάνη καί ὀχύρωσής τους σέ περίπτωση ἐπίθεσης. Ἐξ αἰτίας μάλιστα τοῦ ὀχυροῦ χαρακτήρα τῆς Μονῆς, στό πλαίσιο τῶν Τουρκικῶν ἀντιποίνων ὁ Ἰμπραήμ – μετά ἀπό μάχη – ἔβαλε φωτιά στή Μονή καί στό δάσος βελανιδιῶν, πού ὑπῆρχε τριγύρω. Ἡ Ἐκκλησία φαίνεται ὅτι δέν κάηκε, οἱ πτέρυγες ὅμως τῶν Κελλιῶν ὑπέστησαν σημαντικές ζημιές. Μετά τήν προέλαση τοῦ Ἰμπραήμ οἱ μοναχοί ξαναγύρισαν καί ἐπισκεύασαν μέρος ἀπό τά ἰσόγεια Κελλιά. Ἀπό τό 1915 μέχρι τίς παραμονές τοῦ πολέμου ἔγιναν σημαντικῆς ἔκτασης οἰκοδομικές ἐργασίες σέ ὅλες τίς πτέρυγες τῶν Κελλιῶν. Στό ΝΑ Κελλί, ὅπου συνεδρίασε ἡ Παμπελοποννησιακή Γερουσία, ἐγκαινιάστηκε ὁ Ἱ. Ναός τοῦ Ἁγίου Κάρπου, πού γιορτάζει στίς 26 Μάη.

Μέ ἐξαίρεση τούς ἐξῶστες ἀπό σκυρόδεμα, οἱ ἐπεμβάσεις τῶν μέσων τοῦ 20ου αἰώνα ἔχουν ὁριστικά ἐπηρεάσει τό ἀρχιτεκτονικό ὕφος τῶν πτερύγων καί τοῦ ἔχουν προσδώσει αὐτόν τόν λαϊκότροπο – νεοκλασσικίζοντα χαρακτήρα, πού ἀπαντᾶται σέ πολλά Μοναστήρια τῆς Πελοποννήσου καί τῆς Στερεᾶς καί ἀλλοιώνει τό ὕφος τοῦ μνημείου.

Τό κύριο χαρακτηριστικό, πού καθιστᾶ τή Μονή διατηρητέο μνημεῖο, εἶναι τά σημαντικά ἱστορικά γεγονότα, πού ἔλαβαν χώρα στήν περίοδο τῆς Ἐπαναστάσεως κατά τῶν Τούρκων, καί δευτερευόντως τά μορφολογικά της στοιχεῖα, τά ὁποῖα εἶναι ἀρκετά ἀλλοιωμένα. Δέν πρέπει νά ἀγνοηθεῖ ὁ ἀγροτικός – κτηνοτροφικός χαρακτήρας τῶν δραστηριοτήτων τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία μέχρι στιγμῆς δέν ἔχει ἄλλα σημαντικά ἔσοδα. Τήν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐξυπηρετοῦν οἱ ἰσόγειοι θολωτοί χῶροι στίς πτέρυγες, πού λειτουργοῦν ὡς ἀποθηκευτικοί χῶροι.

Στό παρελθόν καί γιά ἕνα σύντομο χρονικό διάστημα ἡ Μονή λειτούργησε καί ὡς «Βιοτεχνικό Σχολεῖο» ὑφαντικῆς – οἰκοκυρικῆς γιά ὀρφανά κορίτσια, δραστηριότητα πολύ σημαντική, μέ κόστος ὅμως πού δέν μπόρεσε νά ἀντέξει ἡ Μονή. Ἡ δραστηριότητα αὐτή θά προβληθεῖ μέ τήν δημιουργία μουσείου στήν αἴθουσα, ὅπου διατηροῦνται ἀκόμα οἱ ἀργαλειοί καί ἡ δημιουργία ἐκθετηρίου χειροτεχνημάτων.

Στόν ἐσωτερικό προαύλιο χῶρο τῆς Μονῆς διαμορφώθηκαν ἀνθόκηποι καί ἀνεγέρθη μνημεῖο πρός τιμήν τῶν πεσόντων τοῦ 1821. Ἐπίσης, ἀξιοποιήθηκε ὁ χῶρος τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ» μέ ἁγιογραφία καί παραστάσεις σχετικές μέ τή Συνέλευση. Στή μυστική κρύπτη, πού μέσα ἀπό αὐτήν διέφευγαν οἱ μοναχοί καί οἱ ἀγωνιστές κατά τούς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας, τοποθετήθηκε σιδερένιο κιγκλίδωμα γιά λόγους προστασίας τῶν ἐπισκεπτῶν. Μεγάλο ἔργο ἀποτέλεσε καί ὁ ἠλεκτροφωτισμός τῆς Μονῆς τό 1970.

  1. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ

Μετά τό Διαβατικό βρίσκεται τό Καθολικό σέ σταυρικό σχῆμα καί μέ Τροῦλο πού στηρίζεται σέ 6 κτιστούς πεσσούς (διαστάσεων: 0,82 x 0,82 μ.), ὑπό τῶν ὁποίων σχηματίζονται τρία κλίτη πού στεγάζονται μέ καμάρες. Εἶναι διαστάσεων: 11 x 6 μέτρων, τρισυπόστατο καί τιμᾶται στό ὄνομα: Ἁγίου Νικολάου, Προφήτου Ἡλιοῦ καί Μεταμορφώσεως Σωτῆρος. Ὁ Ναός ἀνήκει στόν τύπο τοῦ ἐγγεγραμμένου σταυροῦ, μέ ἕναν ὀκτάπλευρο Τροῦλο καί ἄλλους δύο μικρότερους, χαμηλούς καί τυφλούς, πάνω ἀπό τήν Πρόθεση καί τό Διακονικό. Ὁ Ναός εἶναι λιθόκτιστος, μέ τοιχοποιΐα ἁπλῆς λιθοδομῆς. Στή νότια πλευρά τοῦ Ναοῦ καί πάνω ἀπό τή θύρα ὑπάρχει κόγχη μέ τήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἐνῶ πάνω ἀπό τήν θύρα τῆς δυτικῆς πλευρᾶς ὑπάρχει κόγχη μέ τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί πάνω ἀπό αὐτήν ὑψώνεται διώροφο τρίλοβο Καμπαναριό.

Τό Παρεκκλήσιο πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου βρισκεται λίγα μέτρα βορειοδυτικά, ἔξω ἀπό τόν περίβολο τῆς Μονῆς, στό Κοιμητήριο τῆς ἀδελφότητος. Κτίσθηκε τό 1965. Ὅταν ἡ Μονή ἔγινε γυναικεία, προόρισαν τόν χῶρο αὐτό γιά Κοιμητήριο καί γιά τόν σκοπό αὐτό ἔκαναν ἕνα περιτοίχισμα, μέ ὑψηλή μάνδρα καί μεγάλη σιδερόπορτα. Στίς 13 Ὀκτωβρίου 1968 στόν Ναό κατετέθη μέρος τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, προσφορά τοῦ πατέρα Φιλοθέου Ζερβάκου, Ἡγουμένου Μονῆς Λογγοβάρδας, νήσου Πάρου.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ – ΚΕΙΜΗΛΙΑ – ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ

Σήμερα, οἱ ἐσωτερικές ἐπιφάνειες τοῦ Ναοῦ εἶναι ἁγιογραφημένες. Ἔχουν «ἱστορηθεῖ» τά τελευταῖα χρόνια ἀπό τήν μοναχή Εἰρήνη Κυριαζῆ. Ἐκτός ἀπό τήν εἰκόνα τῆς «Εὑρέσεως», μερικές ἀκόμη εἰκόνες, χωρίς ἰδιαίτερο καλλιτεχνικό ἐνδιαφέρον, συμπληρώνουν τόν ἁγιογραφικό του διάκοσμο.

Ἡ μοναχή Εἰρήνη Κυριαζῆ ἀνέλαβε καί ἔκανε τίς τοιχογραφίες στούς Ναούς Ἁγίου Νικολάου, Ἀποστόλου Κάρπου (ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α΄ Γερουσία), Ἁγίου Νεκταρίου, στήν πύλη τῆς Μονῆς, στό «Κρυφό Σχολειό», στήν Τράπεζα προσκυνητῶν, ἐνῶ ἔχει ἁγιογραφήσει καί ἄλλες φορητές εἰκόνες καί πίνακες. Ἐπειδή κατά τόν σεισμό, πού ἔγινε στήν Καλαμάτα τό 1986, τό Καθολικό τῆς Μονῆς ἔπαθε μεγάλες ρωγμές, τό 1987 – 1988 ἔγινε γενική ἀναστήλωση τοῦ Ναοῦ. Μετά ἁγιογραφήθηκε ὁ κυρίως Ναός ἀπό τή μοναχή Εἰρήνη. Τό Ἱερό καί τόν Τροῦλο τοῦ Ναοῦ τά εἶχε ἁγιογραφήσει ἡ ἴδια μερικά χρόνια πρίν.

Στό Τέμπλο ὑπάρχουν τέσσερις φορητές εἰκόνες, οἱ ὁποῖες χρονολογοῦνται τόν 18ο αἰώνα (γύρω στά 1700) καί προέρχονται ἀπό τή Σμύρνη. Ἀπεικονίζεται ἡ Παναγία Βρεφοκρατοῦσα, ὁ Σωτήρας Χριστός, ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καί ὁ ἅγιος Νικόλαος. Σύμφωνα μέ τήν προφορική παράδοση, τίς εἰκόνες αὐτές τίς παρήγγειλε ὁ Λυρώνης ἀπό τή Σμύρνη.

Παλλάδιον τῆς Μονῆς θεωρεῖται ἡ φορητή εἰκόνα, ἡ ὁποία στό ἄνω ἥμισυ εἰκονίζει σκηνές ἀπό τή ζωή τοῦ τιμώμενου ἁγίου Νικολάου καί στό κάτω ἥμισυ ἀπεικονίζεται ἔνθρονη ἡ Θεοτόκος μέ σεβίζοντα τόν ἅγιο Νικόλαο μέ τήν ἀκολουθία του.

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Κατόπιν Ὑπουργικῆς Ἀποφάσεως πραγματοποιήθηκαν ἐργασίες στερέωσης καί ἀποκατάστασης τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος. Τό ἐν λόγω ἔργο, πού ξεκίνησε τόν Μάρτιο τοῦ 2006, εἶναι ἐνταγμένο στό Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, ἐκτελεῖται ἀπό τήν Τεχνική Ὑπηρεσία τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας καί ὑπό τήν ἐποπτεία ἀρχικά της 5ης Ἐφορείας Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων καί κατόπιν τῆς 25ης Ἐφορείας Βυζαντινῶν Ἀρχαιοτήτων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Ἀλεξόπουλου Ν. Κ., Ἀρκαδικά Σύμμεικτα, Ἀθήνα 1911, σ. 17.

– Ἀντωνακάτου Ν. – Μαῦρος Τ., Ἑλληνικά Μοναστήρια, Πελοπόννησος. Μονές Ἀρκαδίας, τ. Β΄, Ἀθήνα 1979, σ. 84-89.

– Βελισσαρίου Π., «Τοῦ Χελμοῦ τά Μέρη. Α΄ Παλιόχωρα Καλτεζῶν», Πρακτικά τοῦ Α΄ Τοπικοῦ Συνεδρίου Λακωνικῶν Μελετῶν, Ἀθῆναι 1982-83, σ. 273-280.

– Γριτσόπουλος Τ. Α., Ἡ Ἐκκλησία τῆς Πελοποννήσου μετά τήν Ἅλωσιν, Ἀθήνα 1992, σ. 309-310.

– Γριτσόπουλος Τ. Α., «Τά Μοναστήρια τῆς Ἀρκαδίας», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σ. 180-81.

– Καρβέλας Γ. Δ., «Ἡ ἵδρυσις ἐν Καλτεζαῖς τῆς Πελοποννησιακῆς Γερουσίας», Χρονικά τῶν Ἀρκάδων, τ. Α΄, 1959, σ. 106-107.

– Λέκκος Εὐάγγελος Π., Τά Μοναστήρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ: Ἱστορία – Παράδοση – Τέχνη, τ. Β΄, Ἀθήνα 1998, σ. 81.

– Μητροπολίτου Μαντινείας καί Κυνουρίας Ἀλεξάνδρου, Τά Μοναστήρια τῆς Μαντινείας, Ἀνάτυπον ἀπό τήν Ἱστορία τῆς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, Ἀθήνα 2000, τ. Β΄, σ. 249-264.

– Μιχαλόπουλος Ἀνδρέας, Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καλτεζῶν καί ἡ Πρώτη Ἐθνοσυνέλευσις, Ἀθήνα 1974, σ. 9-47.

– Μουτσοπούλου Ν. Κ., «Αἱ παρά τήν Τρίπολιν Μοναί Γοργοεπηκόου, Βαρσῶν καί Ἐπάνω Χρέπας ἀπό ἀρχιτεκτονικῆς ἰδίως ἀπόψεως», Ἐπετηρίς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν, τ. ΚΘ΄ (1959), σ. 390-445.

– Σαραντάκης Π., Ἀρκαδία: Τά Μοναστήρια καί οἱ Ἐκκλησίες της, Ὁδοιπορικό 10 αἰώνων, Ἀθήνα 2000, σ. 81-83.